σιγαλός

και σιγηλός, -ή, -ό / σιγαλός και σιγηλός, -ή, -όν, ΝΑ
1. αυτός που τηρεί σιγή, σιωπηλός
2. αυτός που δεν λέει πολλά, λιγομίλητος
3. αυτός που γίνεται χωρίς να προκαλεί θόρυβο, αθόρυβος, ήσυχος, σιγανός
νεοελλ.
1. αυτός που κινείται με αργό ρυθμό, βραδυκίνητος, αργός
2. δειλός, συνεσταλμένος.
επίρρ...
σιγαλά / σιγηλῶς ΝΑ
1. σιωπηλά, με σιγή
2. αθόρυβα, ήσυχα
νεοελλ.
με αργό ρυθμό, ήρεμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σιγή / σιγῶ + επίθημα -ηλός / -ᾱλός (πρβλ. σφριγ-ηλός, ὑψ-ηλός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγαλός — σιγαλός, ή, ό και σιγανός, ή, ό επίρρ. ά 1. αθόρυβος, ήσυχος: Από το στόμα του βγήκε ένας σιγανός ήχος. – Με σιγανή φωνή τον παρακαλούσε να τη λυπηθεί. 2. ήρεμος, βραδυκίνητος: Τα ζώα αυτά είναι πολύ σιγανά. – Έπεσε σιγανή βροχή. 3. «σιγανό… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιγαλός — [сигалос] εκ. молчаливый, безмолвный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σιγαλώ — όω, Α καθιστώ κάτι λείο, στιλπνό, στιλβώνω, λειαίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. συνδέεται με το σιγαλόεις «λείος, στιλπνός, γυαλιστερός» και έχει σχηματιστεί μέσω ενός αμάρτυρου τ. *σίγαλος (πρβλ. νεο σίγαλος)] …   Dictionary of Greek

  • σιγαλά — Ν επίρρ. βλ. σιγαλός …   Dictionary of Greek

  • σιγαληνά — Ν επίρρ. (ποιητ. τ.) χωρίς θόρυβο, ήρεμα, ήσυχα («εκεί στους βράχους / σχίζεται η θάλασσα / σιγαληνά», Σολωμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < Με συμφυρμό τών λ. σιγανός + σιγαλός, κατά τα επιρρ. σε α] …   Dictionary of Greek

  • σιγαλιά — η, Ν [σιγαλός] (ιδίως κατά τη διάρκεια τής νύχτας) ησυχία, ηρεμία, έλλειψη κάθε είδους θορύβου («νά χες τη δύναμη ν ακούς τών ουρανών τη σιγαλιά», Κ. Βάρναλης) 2. νηνεμία, άπνοια …   Dictionary of Greek

  • σιγαλόφωνος — η, ο, Ν αυτός που μιλά ή ηχεί σιγαλά. επίρρ... σιγαλόφωνα Ν με σιγαλή φωνή. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγαλός + φωνος (< φωνή), πρβλ. μεγαλό φωνος] …   Dictionary of Greek

  • σιγανοπαπαδιά — και σιγαλοπαπαδιά, η, Ν 1. μειωτικός χαρακτηρισμός ανθρώπου που υποκρίνεται τον φρόνιμο, τον αγαθό και καλό, ενώ στην πραγματικότητα είναι ύπουλος, πανούργος και μοχθηρός 2. άτομο που παριστάνει τον δυστυχισμένο και ανυπεράσπιστο, ενώ στην… …   Dictionary of Greek

  • σιγανός — (I) ο, Ν ζωολ. γένος φυτοφάγων θαλάσσιων περκόμορφων ιχθύων, που ζουν κυρίως στα ρηχά τών τροπικών και υποτροπικών θαλασσών και τών οποίων δύο είδη ζουν και στις ελληνικές θάλασσες και είναι γνωστά με τις κοινές ονομασίες άσπρη αγριόσαλπα και… …   Dictionary of Greek

  • σιγηλός — ή, ό / σιγηλός, ή, όν, ΝΑ βλ. σιγαλός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.